DARVO

Καταπατάς, ανθρωπάκι άμοιρο
όρια που τείνεις στο άπειρο
με υποτιμάς και εγώ το βουλώνω
μη μου μιλάς, θέλω λιγάκι χρόνο

Ήθη ορισμένα από τον Πολιτισμό σας
και εγώ κάπου εδώ χάνω τον ιρμό σας
το που βρίσκομαι και που πατώ
παγώνω, κρυώνω και μ’αμφισβητώ

Ο τρόπος, το πρόσχημα αυτό κάθε αυτό
συμφωνούμε όλοι στο παρα-λογικό
από παράδοση συνεχίζονται τα έθιμα
πλημμέλημα ντυμένο με συναίσθημα

Την επόμενη εγώ θα υποτιμήσω
έχω χρέος βλέπεις να μ’αγαπήσω
σχέσεις άνισες, σχέσεις με γονείς
το ξέρω, δεν με ρώτησε κανείς

Καναντέρ

Όλο πάνω και κάτω
ουρλιάζει το αμορτισέρ
τρέχεις για να σβήνεις φωτιές
σαν Καναδέζικο Καναντέρ

Και ο βραστήρας κοχλάζει
κι όλο ανεβάζει βαθμούς
Η απόσταση σου σε εκφράζει
μακρυά σου να μην σ’ακούς

Παιχνίδια χωρίς κωδικούς
σε κανόνες να υπακούς
Φωνάζεις, «εγώ θα νικήσω»
και πως δεν μοιάζεις με αυτούς

Μοιάζουν άυτοι σε σένα όμως
και όχι λίγο αλλά κάμποσο
Xτυπάει και την δική σου την πόρτα
το πρώτο σου αυτοάνοσο


WW3 / WWW.

Θυμήσου

Μην ξεχάσεις να είσαι ο εαυτός σου
να είσαι αυτό που θες
Μην ξεχάσεις να μιλάς με το σώμα σου
να το ακούς όταν σου φωνάζει

Μην ξεχάσεις να μην σε νοιάζει και τόσο
του τι λένε οι άλλοι
του ποιοί είναι οι άλλοι
και του τι έχουνε οι άλλοι

Μην ξεχάσεις να σε νοιάζει και λίγο
του τι νιώθουν οι άλλοι
να έχεις εν συναίσθηση
και να φοράς τα παπούτσια τους

Μην ξεχνάς και βγάζεις συμπεράσματα
εκ του αποτελέσματος
αυτή είναι η παγίδα των ημερών μας
να είμαστε νούμερα για σύγκριση

Πλη(ν)γές

Όσο περνάνε τα χρόνια
τόσο το δέρμα σκληραίνει
Σκληραίνει επιλεκτικά
για να μην μπορείς να το τρυπήσεις

Άλλο τόσο επιλεκτικά
επιλέγει να είναι ευάλωτο
στις αλληλεπιδράσεις
που επιλέγουν να είναι και αυτές

Κι όσο τα χρόνια περνάνε
τόσο μένουνε πίσω
όσοι μείνανε κλειστοί
και η επιφάνεια μας εκφράζει

Μια επιφάνεια φουρτουνιασμένη
που αντικατοπτρίζει μια μάχη
της ατομικότητας και της συλλογικότητας
του κέρδους και της γαλήνης

Μπερνάουτ

Όσο μεγαλώνω άλλο τόσο δουλεύω
μάλλον μ’αρέσει να καίω
να καταστρέφω για να φταίω
να μ’αρρωσταίνω για να με γιατρεύω

Δύο εβδομάδες στην ψύξη
να ξεκουραστώ, να χαλαρώσω
μα έχω ενοχές ωστόσο
παλεύω να ξεφορτωθώ την σήψη

Έχω ανάγκη να περάσω καλά
χωρίς να κουνηθώ
χωρίς να κάνω κάτι για αυτό
να μην ξανασκεφτώ, να μην έχω μπελά

Συνήθεια να μου κάνω τον ψυχολόγο
βλέπω ψήγματα μανίας
με παρατεταμένες περιόδους ανίας
και ότι έβγαλα τα’χάσα σε ένα βράδυ στον τζόγο

Γητεία

Λέξεις, φράσεις ξόρκια
με ανοιχτά ή σφιγμένα σαγόνια
κάποια με ήχο, άλλα άηχα
κρότος με σκάγια άσφαιρα

Κάποια πολυπαιγμένα
σαν παιδική βιντεοκασέτα
παίζουνε σαν μηχανικά αυτόματα
καλωδιωμένα, όπως τα πρώτα σου αρώματα

Τρέχει, τρέχει γυμνός
ο νους σου σκύλος λυτός
μόνος εν τω μέσω της νυκτός
τρώει την φόλα, μα μένει ζωντανός

Έκβαση από μάγισσας μαγεία
άφωνη η πενθήμερη αγρυπνία
χαράς και απόλαυσης θυσία
ξέμεινες από mana στην σκιαμαχία

Κατάματα

Βαθιά μες την σπηλιά μου, κρύβομαι
μπερδεμένος, μα σου ανοίγομαι
ψάχνω με τι θα βάλω φωτιά
ξεχνώ την καυτερή σου ματιά

Βλέπω σκοτάδι, ενώ έχει φως
νιώθω αδύναμος, ενώ είμαι δυνατός
μικρός, ενώ είμαι μεγάλος
άδειος, ενώ είμαι γεμάτος

Στα λέω, κάνεις παύση και χαμογελάς
τα μάτια σου μιλάνε, μα εσύ δεν απαντάς
μου βγάζεις το διαστρεβλωμένο φακό
με μαθαίνεις να βλέπω το γκρίζο λευκό

Μου λες ότι είμαι ο ήλιος για σένα
πως ανθίζεις σαν είσαι δίπλα σε μένα
και πασχίζω να αντιληφθώ το τι λες
η λογική μου ντριπλάρει ανάμεσα σε ουλές


Κούρασα;αμέ

Βάλτος και κουνούπια

Όσο φεύγω μακρυά
τόσο βλέπω πιο καθαρά
με αντίτιμο ένα
εν ονόματί μοναξιά

Αναπνέω καλύτερα
το παιδί μέσα μου ξυπνά
και αναζητά το αυτονόητο
από που αναβλύζει η χαρά

Κι όσο μένω εδώ
οι στόχοι μου αλλωνών
συγχέομαι με την μάζα
σώμα και νους μου απών

Η σήψη μου ζητάει ουσίες
η σύγκριση μου οξύνεται
η χαρά μειώνεται
και ο βάλτος όλο και επεκτείνεται