Ζωντανή πόλη, νεκροί άνθρωποι

Βάσει ορισμού, ζωντάνια θηλυκό μόνο στον ενικό:

  1. το να είναι κάποιος ζωντανός, να έχει δηλαδή μια ενεργητικότητα, μια έντονη δραστηριότητα
  2. ζωηράδα, ζωηρότητα, φρεσκάδα
  3. (μεταφορικά) το να φαίνεται κάτι σαν ζωντανό και παραστατικό, να προκαλεί έντονη εντύπωση

Δεν ξέρω τι χαρακτηρίζει από αυτά τον μέσο άνθρωπο της Αθήνας. Ζωηράδα για τσαμπουκά; Ενεργητικότητα για υποδείξεις; Επιφανειακή εντύπωση; Φρεσκάδα στα ρούχα και στα μαλλιά; Δεν ξέρω… Αλλά δεν μας επηρεάζει κιόλας, υπάρχουμε και εμείς αδερφέ.

Τελευταία, προσπαθώ να αναπαράγω τις διαθέσεις και τις συνήθειες που προέκυψαν στο ελεύθερο (προηγούμενο κείμενο), μετά από 5-8 μέρες προσαρμογής. Φυσιολογικές συνήθειες που προέκυψαν φυσιολογικά στις περισσότερες παρέες, όπως και στην δικιά μας.

Προσπαθώ. Αλλά είμαι μόνος μου ή στην καλύτερη με άλλον έναν, κάθε φορά και διαφορετική/ό ανάλογα την ενέργεια. Δεν είναι συνήθεια η παρεκτροπή από τα συνηθισμένα και δεν προτιμάται.

Οπότε και συνήθισα αρχικά την μοναξιά και την είδα μοναχικότητα. Είμαι εγώ και ο εαυτός μου. Κάνουμε παρέα. Τα λέμε. Συνυπάρχουμε. Αγαπάμε τις χαρές και τις λύπες παρέα.

Προσπαθούμε να δούμε την καθημερινή σαν Παρασκευο-Σάββατο. Προσπαθούμε να μην μας επηρεάζει η έννοια του χρόνου και του χώρου. Προσπαθούμε να μην επηρεαζόμαστε από συμπεριφορές. Προσπαθούμε να μπούμε στην ροή των πραγμάτων και όχι να καθορίσουμε την ροή τους. Προσπαθούμε και είναι ένα παιχνίδι και αυτό.

Σχολιάστε