420

Δέκα χρόνια συνήθεια
έχουνε μείνει πολλά
το δουλεύω σιγά σιγά
σαν του φραπέ την γουλιά

Κυνηγητό όπου πάω
η μοναξιά μου όλο μένει
σαν φάντασμα χρόνιο
σε έπαυλη στοιχειωμένη

Και αν σε καταλαβαίνω
και όλο κατάματα σε κοιτώ
νιώθω πως είμαι λίγος
και στην ψυχή μου πεινώ


Και ας είμαι τριγύρω
από άτομα που αγαπάω
τελευταίο πέταλο πάντα εγώ
δεν μ’ αγαπάω κι όλο μαδάω

Πάντα από το ένα άκρο
πήγαινα ευθύς στο άλλο
ισορροπία βρίσκοντας
σε μένα πάλι ποντάρω

Μίλησα πάλι πολύ
αφήνω αυτό κάπου εδώ
να θυμίζει
την άρνηση
της θέλησης το φως για να δω





Σχολιάστε