Ωμό/λογώ

Πλέον, τα λίγα είναι πολλά
είμαι οκ να μην νιώθω καλά
η μοναξιά ακόμη με κηνυγάει
πίνει πίνει και δεν ξεδιψάει

Και πιάνω και της μιλάω
μα εκείνη δεν απαντάει
βγαίνω την πάω στο βουνό
για να της δείξω τι εννοώ

Φτάνω ψηλά στην κορφή
ξέρω, ποιός ποιόν κυνηγάει
τα τραύματα μου επουλώνω
δεν παίζω μ’αυτά, γιατί πονάει

Κι από ψηλά, βλέπω πολλά
έχει ησυχία, και μ’ακούω δυνατά
διάλογος της ψυχής με το σώμα
το σώμα, που χρόνια ήταν σε κώμα

Η ψυχή, που λεξιλόγιο δεν είχε
όλα τα βάφτιζε άγχη
πως να καταλάβεις τι είχε
αν δεν ξέρεις καν τι υπάρχει

Όπως σε πιέσανε πρώτα
ύστερα θα πιέσεις εσύ
όπως δεν άραξες τότε
τώρα το έχεις ανάγκη πολύ

Όπως σε μάθαν να τρέχεις
θα τρέχεις για να δειχτείς
δεν σε ρώτησανε τι έχεις
αποφεύγεις μην πληγωθείς

Οι αισθήσεις ζωντανεύουν
οξυγόνο, εισπνέουν και εκπνέουν
και βλέπεις όλα είναι ορατά
αρκεί να θες να ν’ανέβεις ψηλά

Να εστιάζεις στα μικρά
μεγενθύνοντας τα εσύ
να λάμπεις σαν το φακό
και να αγαπάς την βροχή

Και τρέχεις και σε τρέφεις
γιατί τα λίγα, ποτέ δεν σ’αξίζανε
το έχεις πάρει πλέον χαμπάρι
έτσι σε μάθανε, γιατί αυτοί δεν τα πήρανε

Σχολιάστε