
Απ’την πρώτη στιγμή ήσουνα ζωηρός
δεν καθόσουνα κάτω
ήθελες πάντα να μάθεις το πως
Τα μάτια σου στρογγυλά μεγάλα
ρουφούσαν την πληροφορία
ρωτούσανε πολλά και ήθελα να μάθουν κι’άλλα
Μέσα στην ρωγμή δύο πολιτισμών
ήσουνα και για τους δυό εκεί
και ας ήτανε και οι δυό απ’αυτούς απών
Κι όλο κοιτούσες, σκεφτώσουν και ρωτούσες
έψαχνες το νόημα
μα δεν υπήρχε και απορούσες
Το παιδί ήθελε να ανήκει κάπου
και να νιώθει ασφάλεια
απ’την μαμά και από τον μπαμπά του
Τα κενά τους, με τα δάκρυα του γεμίζανε
συναισθηματικά παίρνανε
και ελάχιστα που ζήταγε πίσω του δίνανε
Τα κενά αυτά τα κάλυπτε απο άλλους
ερωτικές σχέσεις, φίλους
και άλλους κύκλους φαύλους
Πληγώθηκε μικρός και ύστερα πίσω πλήγωνε
έπαψε πλέον να κλαίει
κι η απόρριψη τον θύμωνε και φίμωνε
Κατάφερε να είναι από άλλους σημαντικός
έντονται απαιτητικός
μα μέσα του έσβηνε αντί να δυναμώνει το φως
Ώσπου μια μέρα έσβησε και τα έκανε όλα πέρα
δεν ήθελε άλλο να πληγώνει
συμπεριφορά προίκα λογικά απ’τον πατέρα
Τα έβαλε κάτω, σταμάτησε να υποκρίνεται
σκέφτηκε ότι απλά
κρίνοντας κρίνεται και έπαψε πιά να συγκρίνεται
Ξεκίνησε να σέβεται τον εαυτό του, τον περίγυρο του
δεν ήτανε κάποιος πια
και είδε το φως από το παράθυρο του