
Και όσο αρρωσταίνω, τόσο ψάχνω την ίαση
χάπια τα κομμάτια του βίου, φτιαχτή αντιβίωση
Και νιώθω ότι χτίζω, κι ακόμα κουτάκια γκρεμίζω
σώμα, συναίσθημα που ποτίζω, στη ψυχή μέσα ανθίζω
Υπομονή μου απούσα σε ψάχνω να σε γνωρίσω
μα είσαι απαιτητική πάλι σαν σ’ αντικρίζω
καταλήγω, μια μέρα θα έρθεις να με βρεις εσύ
πιο σώφρων, όχι εγώ, μα να με περιμένεις εσύ
Παρατηρώ τι θέλω, τι κάνω, χωρίς να κρίνω
στο τρίτο πρόσωπο μου μιλώ, μαθαίνω να με ενθαρρύνω
Παρατηρώ τι κάνεις, τι θέλεις, με φάτσα χαμογελαστή
δίπλα σαν πέσεις, φόβο μην αισθανθεί μέσα σου το παιδί
Ωριμάζω κι η μέρα της φυγής όσο πάει κοντοζυγώνει
πυροτέχνημα με κρότο, με χρώμα καθώς νυχτώνει
Ασφυκτιώ από τον αέρα και την απόσταση
κάθε μέρα στο ίδιο σημείο αντικρίζω την όαση