log(N)-joy

Το νόημα που έψαχνα τόσο καιρό
ήρθε και με βρήκε αυτό
Δεν απαίτησε κάτι κάποια στιγμή
δεν ζήτησε καν κάτι μικρό

Με βρήκε μια στιγμή
που απολάμβανα χωρίς ενοχή
ήμουνα απλά εκεί
χάζευα την ηρεμία, την φυσική της ροή

Λοιπόν, την επομένη φορά
δεν θα τρέξω μπροστά
δεν θα βιαστώ να σε βρω
ούτε θα πιεστώ να σου πω

Θα κάτσω βράχος εκεί
από την πρώτη στιγμή
κυματοθραύστης εγώ
δεν θα φοβηθώ, στα μάτια θα σε κοιτώ

Η αγωνία μεταφράζεται σε παιχνίδι
ο φόβος φοβήθηκε, έφυγε ήδη
ευθύνη που αναλαμβάνω πλέον εγώ
ασφάλεια θέλω, ώστε να σου ανοιχτώ

∅ Και-ενώ ∅

Γύρω θόρυβος πολύς
μόνος στο μεταίχμιο της ψυχής
και δεν με ακουμπάει τίποτα
μόνο η ασπίδα απ’τη βαρύτητα

Αόρατο το χέρι
που ζητάει και όλο θέλει
με σημαδεύει με ένα τόξο
και ουρλιάζω με τον πόσο

Και από το ένα άκρο
πάμε πάντα ευθύς στο άλλο
φάση, πάντα αντιδιαμετρική
ισορροπούμε στο συν πλην π

Η αρχή έγινε το τέλος μας
με τα κάτω και τα πάνω μας
το τέλος μας θα γίνει μια αρχή
τι να πω ρε συ; είναι αίσθηση η αφή;


Όριο-θέτει-μένει

Κι όλο ψάχνω που το πας
σαν να’ναι νερό σε αυλάκι
σαν να μην βλέπω πιο μπροστά
σαν να μου το’χω άχτι

Και στην ροή αντιτίθεσαι
με ένα μικρό χαρτάκι
που έλεγε ‘θέλω’, μα ξεθώριασε
δεν βγάζω πλέον τι γράφει

Και τρέχω μ’άλματα μπροστά
και οι άλλοι πίσω μένουν
Δεν υπάρχουν λάθη και σωστά
μόνο για όσους σ’αυτά πιστεύουν

Πάω εκεί που θέλω’γω;
είναι πεποίθηση μου;
η ταπεινότητα επιτίθεται
στην αυτοεκτίμηση μου

Και πάλι με αμφισβητώ
στο τέλος της ημέρας
βάζω τα δυνατά μου όσο μπορώ
στην μάχη με το τέρας

Η διαδρομή με κούρασε
γιατί όλο κύκλους κάνω
βλέπω λιγάκι πιο μπροστά
κερδίζοντας κι ας τώρα χάνω


Σπόρος

Ο κόσμος φλέγεται μέσα του και έξω ξεσπά
νιώθει να πνίγεται, σωσήβια λέμβο ψάχνει ξανά
Ο έχων δυο και τις δύο πουλά
το εγώ μας εντείνεται, σαν ίωση πάλι χτυπά

Από τον έναν στον άλλον, επιδημία που επεκτείνεται
κανείς δεν λέει ονόματα, έτσι και αυτός κάπως ευθύνεται
Ανασφάλειες, βγαίνεις έξω και μ’αγνώστους χορεύεις
μαθαίνεις τον χορό τους, απ’τους άγραφους κανόνες μας φεύγεις

Άνωση που τα σκουπίδια στην επιφάνεια πλέον δεν τραβά
κρύβονται στον βυθό δίπλα από πέτρες φυτά
και με τραβάνε χαμηλά, φως σε κατάμαυρο πυθμένα
και απορώ, απορώ γιατί εξαρχής μπλέξανε με μένα

Λέω συγνώμη, εγώ, δικιά μου η ευθύνη
η σχέση μας σε οριακό ακρότατο απειλείται ότι είχε μείνει

Έχω ανάγκη να μην με χάσω πάλι και να με προστατέψω
να μη κολλήσω τον ιό και έτσι κι εγώ στερέψω
από νοιάξιμο, ενσυναίσθηση, φροντίδα και αγάπη
αξίες που για κάποιους λένε και για άλλους όχι κάτι

Και αυτό μετά από σκέψη είναι δική μου επιλογή
ρισκάρω εκεί που’χει μακροπρόθεσμη ανταμοιβή
Μηνύματα φέυγουν απ’τον πομπό και δεν φτάνουνε στον δέκτη
Το παιχνίδι μας μόλις έχασε τον πιο πολύτιμο του παίκτη

Γκρεμίζω μα ταυτόχρονα κάτι άλλο χτίζω
Τα αγριόχορτα κόβω, καθαρίζω ενώ χαρούμενα δακρύζω
Αναμνήσεις θα σου μείνουν να θυμάσαι τι αξίζω
Έτσι είμαι πλέον.
Με ποτίζω, με προσέχω και έτσι συνεχίζω ν’ανθίζω..

Το φαντασιακό του χρόνου

Οι μικροί δεν βλέπανε ποτέ τον χρόνο
το τηλεκοντρόλ πάγωνε ότι άξιζε σε μια στιγμή και μόνο
και οι μεγάλοι ακούγανε θορύβους λευκούς
μπερδευόντουσαν και ρωτούσαν συνεχώς αν τους ακούς

Μα ο νους έτρεχε πάλι στην Ελένη
δεν ήθελε πολέμους, μια ιστορία κάπως τραβηγμένη
ήθελε να μάθει να βρίσκει την μαγεία
και το να φιλά με γλώσσα του φαινόταν αηδία

Η πρώτη απώλεια ίσως, η παιδική η ηλικία
κάποια θέλαν να μεγαλώσουν γοργά, πήγαν στην τρίτη ηλικία
εμείς ακόμα τα παιδιά κάπως γουστάρουμε
την νόρμα χλευάζαμε, έχει ενδιαφέρον τι να κάνουμε;

Κλείνω τα μάτια, σταματώ τον χρόνο και τα βλέπω όπως θέλω
και ας χάνω πόντους απ’του συστήματος σας το elo
εξερευνητές επιζητούμε την μαγεία, όχι την νόρμα
ακολουθούμε ότι λέει η καρδιά μας και ότι προστάζει το σώμα


Δεν ξέρω σου λέω, για να μάθω

Και όλο μου λέω πως δεν είμαι καλά, για να γίνω καλύτερα
αλλά τελευταία το παράκανα, θα ήθελα να με είχα ακούσει νωρίτερα
υπαίτιος για το περιβάλλον μου, επιλογή μου το που θα’ναι η καρδιά μου
σε άφησα να πράξεις αυτόνομα, και έφυγες μόνος σου επιτέλους μακρυά μου

Και έτσι απλά σου λέω δεν ξέρω, για να μαθαίνω βαθύτερα
γιατί όταν δεν ξέρεις, σου τα λένε οι άλλοι δυο φορές καλύτερα
οπότε το βουλώνω όταν φωνάζεις, επεξεργάζομαι, δεν απαντάω
και συ νομίζεις ότι κάπως αντιδράς.. Πως αντιδράς αν εγώ πλέον δεν δράω;

Mε διδάξαν να προστατεύομαι, πως όλοι δρούνε εχθρικά
στόχος και ας το ‘χω, να βλέπω κατάματα τα θετικά στα αρνητικά
αλλά πως να θέλω να αγαπάω, αν δεν μισώ το να μισήσω
αν δεν θρηνήσω για την απώλεια, πως λοιπόν να σ ‘εκτιμήσω;

Ήρθε η άνοιξη, της ζωής τα αγριόχορτα ξεκίνησα να καθαρίζω
με άφησα στο κρύο να ατροφήσω, και τώρα ανάγκη μου να με φροντίζω
κάθε χρόνο μας μαθαίνω καλύτερα, εξελισσόμαστε και μας αλλάζω
μελετώ χρόνια την γλώσσα μας, στα δύσκολά μας να τα μεταφράζω


“The mind is its own place, and in itself can make a heaven of hell, a hell of heaven..”

― John Milton

1/2 + 1/2 = +1

Αν κάπου καταλήγω τελευταία είναι ότι μεγάλωσα
είμαι εγώ εαυτέ και τριγύρω μου ότι έχω χτίσει-ποτίσει
Το αυτοάνοσο με χτυπά στο κεφάλι γιατί ξανά το άφησα
αλλά και αυτό χωρίς τροφή, που θα πάει θα ατροφήσει

Ψυχολογία μου δεν σε πρόσεχα, τώρα στο επίκεντρο σε έχω
ο αντίπαλος ξανά είμαι εγώ και ύπουλα μου επιτήθομαι
Στρατηγική θέλει και αυτό δύο κινήσεις μπροστά να βλέπω
ξέρω τις αδυναμίες μου και σ’αυτές δεν αμύνομαι, εντεπιτήθομαι

Δεν έψαχνα πάντα το πρόβλημα στις καταστάσεις
σε άκουγα και ότι έλεγες και ένιωθες μου’ταν λογικό
Τώρα ψάχνω καλά γιατί νιώθω και ποιές οι μεταφράσεις
πως θα σε ξεγελάσω για να διώξω το τοξικό

Είμαστε χοντρικά κάπου στα μέσα της διαδρομής
και ακόμα σκέφτεσαι τι έκανες λάθος και τι έγινε στην αρχή
Νιώθω καλά με τις επιλογές μας, κάθε μίας στροφής
καμία αλλαγή, καμία ανασφάλεια εαυτέ σε ότι έχει συμβεί

Έχω

Έχω μια μάνα που με προσέχει από παιδί μικρό
και λάμπει αυτή διπλά, όσο λάμπω και εγώ
Έχω έναν ξάδερφο που’χω σαν μεγάλο αδερφό
του χρωστάω πιο πολλά από’σα μπορώ να σκεφτώ

Έχω μια σκύλα που περπατάμε κολλητά παρέα
μάθαμε στα δύσκολα μαζί αλλά και στα ωραία
ένα λουλούδι, σ’όλες τις εποχές μένει ανθισμένη
αμίλητη και με κοιτάει στα μάτια σαν ερωτευμένη

Έχω φίλους που μαζί μεγαλώσαμε, μαζί επιβιώσαμε
μαζί εξελιχτήκαμε και μαζί τα πάντα νιώσαμε
Ρίζες χρόνων που σπάνε όλα τα στερεότυπα
ξέρουν του καθενός το κλειδί και που είν’η κλειδαρότρυπα

Έχω μάθει στα δύσκολα να σε αναζητώ
Να σε ρωτώ γιατί σ’εκτιμώ και σε θέλω εδώ
Έχω αναμνήσεις που στα δύσκολα πάλι θα με σηκώσουν
που όσα χρόνια και αν περάσουν, όχι, όχι δεν θα παλιώσουν

Έχω μυαλό για να σκεφτώ και να σκεφτώ τι να δω
Έχω μάθει να ανοίγομαι, αλλά και να την πατώ
Να βιώνω το συναίσθημα και να μην τ’απωθώ
να πενθώ μικρή όταν φεύγεις..να ζω εγώ και για τους δυο

Έχω μάθει να σ’ακούω δυνατά χωρίς καν να μιλάς
Έχω μάθει πολλά από το πως με κοιτάς
Έχω να μάθω και άλλα τόσα γιατί δεν ξεδιψώ
Το’χεις μάθει και συ, κανένα ερωτηματικό.




Μικρέ.

Τι έχεις να πεις;

Το ζήτημα είναι τι δεν έχεις να πεις, μικρέ. Ποια πράγματα σε βολοδέρνουν και εσύ δεν έχεις τι να πεις.
Και αν είχες τι να πεις, υποθετικά μιλώντας πάντα, θα μίλαγες για ετούτα; Ή θα έπνιγες τα λεγόμενα σου με πλήξη στα πολυ-πατημένα διαλογάκια;

Εκεί στην επιφάνεια που καμιά πρόταση δεν είναι αρκετά αιχμηρή για να βουλιάξεις. Συνηθισμένος στην διάθλαση της επιφάνειας. Κάτοχος διδακτορικού στο να διακρίνεις τι γίνεται στον βυθό. Χωρίς όμως να βρίσκεσαι εκεί εσύ. Σαν τα μυγάκια που στέκονται στην επιφάνεια αιώνιοι παρατηρητές, ακούνητα κοιτώντας κατάματα τον πυθμένα από απόσταση ασφαλείας.

Οπότε αποφασίζεις να χαθείς και από την επιφάνεια, η λύση σου. Δεν σ’άρεσε ποτέ να συγκρίνεσαι, ειδικά με έντομα.

Και εσύ δεν έχεις τι να πεις. Μικρέ.

Μετάβαση

Έξω μίκρυνε η περίοδος της μέρας
φυσάει έξω δυνατά ένας κρύος αέρας
Εποχή για εσωτερίκευση και συγκομιδή
ψάχνω την ζεστασιά ανάμεσα σε ανθρωποειδή

Και ψάχνω ψάχνω, ξεσκαρτάρισμα καρπών
που θα πατήσω; σαν ανάλυση σε ανάβαση σαθρών
Πλατανόφυλλα με μυρωδιά από το πρωτοβρόχι
σαν αποσυμφορητικό ανοίγουνε την ρινική μου κόγχη

Το στοιχείο μου; χώμα με νερό
να γδυθώ, λάσπη να ντυθώ, ώστε να ξεπλυθώ
Τα φύλλα μας πέφτουν από καλοκαιρινή ωρίμανση
και οι καρποί μας θρέφουν την ανίατη μας ίωση

Μια κρύα βάθρα μου αποσπά το βλέμμα
οι ανάσες μου βαθιές, να μου ζεστάνουνε το αίμα
Το κοινό μας στοιχείο; φωτιές για να ζεσταθούμε, να εμπλακούμε
να βρούμε τη ξεγνοιασιά της παιδική ηλικίας που αναπολούμε