Σκάβω με τα εργαλεία μου με τον φακό σας για να βλέπω στα σκοτάδια και στα χνάρια μου και βλέπω ότι πάντα παραβλέπω
Πλέον σβηστός στην εργονομία δεν ανάβω πια σαν καπνογόνο στραβό παιδί που πάει μόνο ευθεία αντιμέτωπο με κάτι φαντασιακό που λένε χρόνο
Στην γη πατώ γερός σαν δέντρο στον άνεμο σταθερός σαν stabilizer το μπλε στης φωτιάς το κέντρο και στο αναπάντεχο τσουνάμι organizer
Ανέμελος γλάρος ψηλά πετά κοιτά την γη όπως εμείς ουρανό θέλει και αυτός κάτω να τρέχει, να περπατά παιδί που έχει δύο γονείς και ξέμεινε για πάντα ορφανό
Τα όρια παιχνίδι που μαζί του έπαιζα ανακάλυπτα με άγνοια το σύμπαν και όλο τα ξεπέρναγα και κάπου έπεφτα αυτό είναι όλη μου η ζωή, ή μάλλον ήταν;
Και κάθε δράση μου έτσι και κατέληγε το όριο φώναζε στον μπάρμαν να μου την κεράσει εγώ καλό παιδί μην αρνηθώ, δεν έλεγε κούπα στην κούπα, τίποτα κάτω μην στάξει
Έβαλα στόχους στο επίκεντρο και το έτρεξα σημάδια από πληγές που με γέμιζαν μένος Μπορεί κάτι να έχασα, μα μπήκα και έπαιξα από το παιχνίδι λίγο πιο σοφός πάντα στο τέλος
Πλέον επιλέγω ποια όρια θα δοκιμάσω σε ποιο τραπέζι και αν τελικά θα κάτσω που θα ρεφάρω και που θα πάω πάσο περιμένοντας την ντάμα και ας κρατάω πάλι άσσο
Όλοι κάτι αποζητάμε και κάτι ψάχνουμε συγκρίνουμε το δικό μας με των άλλων απογοητεύομαστε και σβήνουμε όταν χάνουμε άλλο ένα μαύρο pixel, μέσα στον καμβά των άστρων
Έτσι μας μάθανε να αναπτερώνουμε ηθικό όλα ξεκινάνε από τους γονείς και τους δασκάλους αναρωτιέμαι αν είναι φαντασιακό ή υπαρκτό αν σκέφτομαι καλά ή κάνω προβολή σ’άλλους
Έτσι και εγώ θέλω να φτάσω την ψυχή αν δεν την φτάσω; η διαδρομή θα επαναληφθεί μαθαίνω τώρα να χάνω και ν’αποτυγχάνω παρτιτούρα που δεν ξέρω και την παίζω στο πιάνο
Όλο σκέφτομαι και γράφω, με χαμηλό φωτισμό γράφω από τον βυθό, για το άλφα το στερητικό μαθαίνω να εκτιμάω το τώρα, να αγαπάω το εδώ φοβικά, πάντα ανέλυα μπροστά για να προστατευτώ
Ο κόσμος φλέγεται μέσα του και έξω ξεσπά νιώθει να πνίγεται, σωσήβια λέμβο ψάχνει ξανά Ο έχων δυο και τις δύο πουλά το εγώ μας εντείνεται, σαν ίωση πάλι χτυπά
Από τον έναν στον άλλον, επιδημία που επεκτείνεται κανείς δεν λέει ονόματα, έτσι και αυτός κάπως ευθύνεται Ανασφάλειες, βγαίνεις έξω και μ’αγνώστους χορεύεις μαθαίνεις τον χορό τους, απ’τους άγραφους κανόνες μας φεύγεις
Άνωση που τα σκουπίδια στην επιφάνεια πλέον δεν τραβά κρύβονται στον βυθό δίπλα από πέτρες φυτά και με τραβάνε χαμηλά, φως σε κατάμαυρο πυθμένα και απορώ, απορώ γιατί εξαρχής μπλέξανε με μένα
Λέω συγνώμη, εγώ, δικιά μου η ευθύνη η σχέση μας σε οριακό ακρότατο απειλείται ότι είχε μείνει
Έχω ανάγκη να μην με χάσω πάλι και να με προστατέψω να μη κολλήσω τον ιό και έτσι κι εγώ στερέψω από νοιάξιμο, ενσυναίσθηση, φροντίδα και αγάπη αξίες που για κάποιους λένε και για άλλους όχι κάτι
Και αυτό μετά από σκέψη είναι δική μου επιλογή ρισκάρω εκεί που’χει μακροπρόθεσμη ανταμοιβή Μηνύματα φέυγουν απ’τον πομπό και δεν φτάνουνε στον δέκτη Το παιχνίδι μας μόλις έχασε τον πιο πολύτιμο του παίκτη
Γκρεμίζω μα ταυτόχρονα κάτι άλλο χτίζω Τα αγριόχορτα κόβω, καθαρίζω ενώ χαρούμενα δακρύζω Αναμνήσεις θα σου μείνουν να θυμάσαι τι αξίζω Έτσι είμαι πλέον. Με ποτίζω, με προσέχω και έτσι συνεχίζω ν’ανθίζω..
Οι μικροί δεν βλέπανε ποτέ τον χρόνο το τηλεκοντρόλ πάγωνε ότι άξιζε σε μια στιγμή και μόνο και οι μεγάλοι ακούγανε θορύβους λευκούς μπερδευόντουσαν και ρωτούσαν συνεχώς αν τους ακούς
Μα ο νους έτρεχε πάλι στην Ελένη δεν ήθελε πολέμους, μια ιστορία κάπως τραβηγμένη ήθελε να μάθει να βρίσκει την μαγεία και το να φιλά με γλώσσα του φαινόταν αηδία
Η πρώτη απώλεια ίσως, η παιδική η ηλικία κάποια θέλαν να μεγαλώσουν γοργά, πήγαν στην τρίτη ηλικία εμείς ακόμα τα παιδιά κάπως γουστάρουμε την νόρμα χλευάζαμε, έχει ενδιαφέρον τι να κάνουμε;
Κλείνω τα μάτια, σταματώ τον χρόνο και τα βλέπω όπως θέλω και ας χάνω πόντους απ’του συστήματος σας το elo εξερευνητές επιζητούμε την μαγεία, όχι την νόρμα ακολουθούμε ότι λέει η καρδιά μας και ότι προστάζει το σώμα
Και όλο μου λέω πως δεν είμαι καλά, για να γίνω καλύτερα αλλά τελευταία το παράκανα, θα ήθελα να με είχα ακούσει νωρίτερα υπαίτιος για το περιβάλλον μου, επιλογή μου το που θα’ναι η καρδιά μου σε άφησα να πράξεις αυτόνομα, και έφυγες μόνος σου επιτέλους μακρυά μου
Και έτσι απλά σου λέω δεν ξέρω, για να μαθαίνω βαθύτερα γιατί όταν δεν ξέρεις, σου τα λένε οι άλλοι δυο φορές καλύτερα οπότε το βουλώνω όταν φωνάζεις, επεξεργάζομαι, δεν απαντάω και συ νομίζεις ότι κάπως αντιδράς.. Πως αντιδράς αν εγώ πλέον δεν δράω;
Mε διδάξαν να προστατεύομαι, πως όλοι δρούνε εχθρικά στόχος και ας το ‘χω, να βλέπω κατάματα τα θετικά στα αρνητικά αλλά πως να θέλω να αγαπάω, αν δεν μισώ το να μισήσω αν δεν θρηνήσω για την απώλεια, πως λοιπόν να σ ‘εκτιμήσω;
Ήρθε η άνοιξη, της ζωής τα αγριόχορτα ξεκίνησα να καθαρίζω με άφησα στο κρύο να ατροφήσω, και τώρα ανάγκη μου να με φροντίζω κάθε χρόνο μας μαθαίνω καλύτερα, εξελισσόμαστε και μας αλλάζω μελετώ χρόνια την γλώσσα μας, στα δύσκολά μας να τα μεταφράζω
“The mind is its own place, and in itself can make a heaven of hell, a hell of heaven..”