Αυταρέσκεια

re-Why&D

Άμπωτη

Κάθε βράδυ φουσκώνω σαν την παλίρροια
τα πρωϊνά τα τέρατα μοιάζουνε με μεγαθήρια
ψάχνω τον ήλιο, το φως από την άλλη
το σκότος σκάει πάλι, με μια έλξη μεγάλη

Και χάνω πάλι την ισορροπία μου
δεξιά αριστερά και πάλι στην ευθεία μου
Ο ήλιος κρύφτηκε, έχει έρθει η σελήνη
και ότι θάφτηκε μυρίζει νιτρογλυκερήνη

Το μάταιο φτάνει και αυτό στο τέλος του
η επανάληψη ορίζει τους χαμένους του
αναρωτιέμαι ο θηρευτής είμαι ή το θήραμα
ή απλός παρατηρητής επηρεάζοντας το πείραματα

Περιοδικό φαινόμενο κάπως μεταβαλλόμενο
περιμένοντας καιρό το μη αναμενόμενο
και όλο γράφω, ξεγράφω, παραγράφω
παύσεις και απουσίες για να σου πουν υπάρχω

Το γράμμα

Είσαι ένα υπέροχο και γλυκό πλάσμα
που πέρασα πολύ όμορφα μαζί του
και μάλλον θα τα ξαναέκανα όλα από την αρχή
και ας είχαμε το ίδιο αποτέλεσμα..
Περιμένοντας κάτι να αλλάξει αυτην την φορά…

Προσπάθησα να γκρεμίσω σιγά σιγά
όλα τα τοίχη που έχτισες για άλλους,
αλλά τα τοίχη πρέπει πρώτα
να θέλει τα γκρεμίσει αυτός που ζει μέσα τους.
Αλλιώς…μιλάμε για πολιορκεία
και εγώ στρατιώτης δεν είμαι.

Σου αξίζουνε πολλά παραπάνω
και πιστεύω ότι θα τα έχεις
γιατί μια μέρα θα βάλεις εσένα προτεραιότητα
και όλους τους φόβους σου χαμηλότερα
αφήνοντας το παρελθόν πίσω,
παραγκωνίζοντας ότι αυτό σου έχει αφήσει
και θα ανθίσεις σαν όμορφο λουλούδι.
Ελπίζω να έβαλα το λιθαράκι μου σε αυτό.

Μην μπερδεύεις τι σου αξίζει με την ολιγάρκεια.
Δοκίμασε, απόλαυσε και κατέρριψε ότι δεν σ’αρέσει.
Αυτό μας αξίζει.

Φανταζόμασταν συνέχεια το μέλλον
και δεν αφήναμε να γίνει πραγματικότητα.
Ώσπου κοίταξα μόνος πλέον και εγώ το παρόν μου.
Κοίταξα άλλες διαδρομές..
γιατί το ξέρω..
Μας αξίζουνε πιο πολλά.

420

Δέκα χρόνια συνήθεια
έχουνε μείνει πολλά
το δουλεύω σιγά σιγά
σαν του φραπέ την γουλιά

Κυνηγητό όπου πάω
η μοναξιά μου όλο μένει
σαν φάντασμα χρόνιο
σε έπαυλη στοιχειωμένη

Και αν σε καταλαβαίνω
και όλο κατάματα σε κοιτώ
νιώθω πως είμαι λίγος
και στην ψυχή μου πεινώ


Και ας είμαι τριγύρω
από άτομα που αγαπάω
τελευταίο πέταλο πάντα εγώ
δεν μ’ αγαπάω κι όλο μαδάω

Πάντα από το ένα άκρο
πήγαινα ευθύς στο άλλο
ισορροπία βρίσκοντας
σε μένα πάλι ποντάρω

Μίλησα πάλι πολύ
αφήνω αυτό κάπου εδώ
να θυμίζει
την άρνηση
της θέλησης το φως για να δω





Αυτοπαθείς

Τα θέλω των άλλων, τα θέλω μου
σας βρίσκω μα χάνω τον Μπέλο μου
δυάδα μονάδα το ταίρι μου
οφθαλμαπάτη στα ενδότερα μέρη μου

Καθρέφτισμα το μόνιμο λάθος σου
το δέντρο κάλυψε όλο το δάσος σου
ακόμη κλειστό-μυαλος στα τριάντα σου
παράβλεψη προβλημάτων το πλάνο σου;

«Ο καθένας κοιτάει την πάρτη του»
μιλάς μόνο για το σινάφι του
«κοίτα το ένα, του άλλου, το άλλο της»
μάλλον δικό σου και όχι σημάδι της

Προβλήματα που λύνουμε όλοι μας
ανταλλάζουμε τα βράδια τα ζόρια μας
κοντοζυγώνει το τέλος της ώρας μας
ας χαράξουμε επιτέλους τον δρόμο μας

Τα θέλω μου’γιναν τα θέλω σας
επιλέγω το κέντρο πρωτεύουσας
όσο πλατωνικός είναι ο έρως μας
τόσο απομακρύνομαι στο τέλος της μέρας μας

Δεν μιλάω πλέον για την πάρτη τους
άλλο το πάρτι μας και άλλο το πάρτι τους
γκρινιάζεις συνέχεια για την φάση τους
ενηλικιώσου, βάλε επίκεντρο επιτέλους την πάρτη σου

Ναι, Φοβόμαστε

Ψάχνοντας τον σκοπό
σαν γητευτής το κακό
που ότι και αν συμβεί
θα συμβεί γιατί η μοίρα του το έχει γραφτό

Φόβος μας η μοναξιά
σαν μουντή ζωγραφιά
που σου λέει πολλά
τραύμα ανεξίτηλο που στο κέρασαν απ’τα παλιά

Φόβος μας και η πλήξη
σαν βουτιά από τα ύψη
με τέλος κάπως γνωστό
μην περάσουν τα χρόνια και τίποτα δεν σε εκπλήξει

Φόβοι με πρόσημο αρνητικό
σαν ηλεκτρονίου φορτίο ηλεκτρικό
ένα καινούργιο ξόρκι όμως
σε έμαθε να βγάζεις το φορτίο· και το πρόσημο θετικό

Οr.οικτο

Σκάβω με τα εργαλεία μου
με τον φακό σας για να βλέπω
στα σκοτάδια και στα χνάρια μου
και βλέπω ότι πάντα παραβλέπω

Πλέον σβηστός στην εργονομία
δεν ανάβω πια σαν καπνογόνο
στραβό παιδί που πάει μόνο ευθεία
αντιμέτωπο με κάτι φαντασιακό που λένε χρόνο

Στην γη πατώ γερός σαν δέντρο
στον άνεμο σταθερός σαν stabilizer
το μπλε στης φωτιάς το κέντρο
και στο αναπάντεχο τσουνάμι organizer

Ανέμελος γλάρος ψηλά πετά
κοιτά την γη όπως εμείς ουρανό
θέλει και αυτός κάτω να τρέχει, να περπατά
παιδί που έχει δύο γονείς και ξέμεινε για πάντα ορφανό

lim→∞

Τα όρια παιχνίδι που μαζί του έπαιζα
ανακάλυπτα με άγνοια το σύμπαν
και όλο τα ξεπέρναγα και κάπου έπεφτα
αυτό είναι όλη μου η ζωή, ή μάλλον ήταν;

Και κάθε δράση μου έτσι και κατέληγε
το όριο φώναζε στον μπάρμαν να μου την κεράσει
εγώ καλό παιδί μην αρνηθώ, δεν έλεγε
κούπα στην κούπα, τίποτα κάτω μην στάξει

Έβαλα στόχους στο επίκεντρο και το έτρεξα
σημάδια από πληγές που με γέμιζαν μένος
Μπορεί κάτι να έχασα, μα μπήκα και έπαιξα
από το παιχνίδι λίγο πιο σοφός πάντα στο τέλος

Πλέον επιλέγω ποια όρια θα δοκιμάσω
σε ποιο τραπέζι και αν τελικά θα κάτσω
που θα ρεφάρω και που θα πάω πάσο
περιμένοντας την ντάμα και ας κρατάω πάλι άσσο

Σκαντάγιο


Όλοι κάτι αποζητάμε και κάτι ψάχνουμε
συγκρίνουμε το δικό μας με των άλλων
απογοητεύομαστε και σβήνουμε όταν χάνουμε
άλλο ένα μαύρο pixel, μέσα στον καμβά των άστρων

Έτσι μας μάθανε να αναπτερώνουμε ηθικό
όλα ξεκινάνε από τους γονείς και τους δασκάλους
αναρωτιέμαι αν είναι φαντασιακό ή υπαρκτό
αν σκέφτομαι καλά ή κάνω προβολή σ’άλλους

Έτσι και εγώ θέλω να φτάσω την ψυχή
αν δεν την φτάσω; η διαδρομή θα επαναληφθεί
μαθαίνω τώρα να χάνω και ν’αποτυγχάνω
παρτιτούρα που δεν ξέρω και την παίζω στο πιάνο

Όλο σκέφτομαι και γράφω, με χαμηλό φωτισμό
γράφω από τον βυθό, για το άλφα το στερητικό
μαθαίνω να εκτιμάω το τώρα, να αγαπάω το εδώ
φοβικά, πάντα ανέλυα μπροστά για να προστατευτώ